ιδιοσυντήρητος

ιδιοσυντήρητος
η , ο [ος , ον ]
1) живущий за свой счёт; существующий на собственные средства; 2) хозрасчётный, функционирующий без дотаций;

§ ιδιοσυντήρητο σχολείο — школа на хозрасчёте


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ιδιοσυντήρητος" в других словарях:

  • ιδιοσυντήρητος — η, ο αυτός που συντηρείται με δικούς του πόρους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο * + συντήρητος (< συντηρούμαι), πρβλ. αυτο συντήρητος, μισθο συντήρητος. Η λ. μαρτυρείται από το 1843 στον Αλέξ. Ρ. Ραγκαβή] …   Dictionary of Greek

  • ιδιοσυντήρητος — η, ο που συντηρείται από δικούς του πόρους, αυτοσυντήρητος: Ιδιοσυντήρητο ίδρυμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιδιο- — α συνθετικό λέξεων που σημαίνει: α) ιδιαιτερότητα («ιδιόμορφος», «ιδιοφυής») β) χωριστή, μεμονωμένη κατάσταση («ιδιόλεκτος», «ιδιόγλωσσος») γ) κτήση («ιδιοκτήτης», «ιδιόβουλος») δ) αυτενέργεια ή το αποτέλεσμά της («ιδιόγραφος», «ιδιόχειρος») βλ.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»